Greek Meaning of piked (out or off)

Νυκτερινός (έξω ή απενεργοποιημένος)

Other Greek words related to Νυκτερινός (έξω ή απενεργοποιημένος)

Definitions and Meaning of piked (out or off) in English

piked (out or off)

No definition found for this word.

FAQs About the word piked (out or off)

Νυκτερινός (έξω ή απενεργοποιημένος)

κόβω,αποθανών,εκκενωμένος,έφυγε,πήρα,μετακινηθήκαμε,άφησε,πήγε,διασωθείς,Φύγε

έφτασε,ήρθε,κατοικούσε,παρέμεινε,εμφανίστηκε,έμεινε,ανέβηκε,πλησίασε,Κλειστό,καταλύει

pike (out or off) => τρυπάω (έξω ή μακριά), pigskins => δέρμα γουρουνιού, pigs out => Γουρούνια έξω, pigs => γουρούνια, pigpens => Χοιροστάσια,