Greek Meaning of staunching
Αιμόσταση
Other Greek words related to Αιμόσταση
- διακοπή
- τέλος
- εμποδίζοντας
- καταπιεστικός
- Υποανάπτυξη
- περιορισμός (σε)
- σύνθλιψη
- καταπιεστικός
- Ριζοποίηση
- κατασταλτικός
- αναστολή
- επιστροφή
- αντίσταση
- Αποκλεισμός
- αποκλεισμός
- κλήση
- απόφραξη
- τελικός
- κόβοντας
- καταδικαστικός
- κράτηση
- ανακοπή
- εμποδίζοντας
- εμποδίζοντας
- στάση
- στάση
- καταληκτικός
- συγκράτηση
- εμπόδια
- συναρπαστικός
- απορίας άξιο
- ανατροφή
- αλίευση
- έλεγχος
- κατοχή
- σχέδιο
- κρατώντας
- διαμονή
- καταπραϋντικό
Nearest Words of staunching
Definitions and Meaning of staunching in English
staunching
to check or stop the flowing of, to stop in its course, steadfast in loyalty or principle, to make watertight, watertight, sound, to stop the flow of, allay, extinguish, strongly built, to stop the flow of blood from (a wound), to stop the flow of blood from, to stop or check in its course
FAQs About the word staunching
Αιμόσταση
to check or stop the flowing of, to stop in its course, steadfast in loyalty or principle, to make watertight, watertight, sound, to stop the flow of, allay, ex
διακοπή,τέλος,εμποδίζοντας,καταπιεστικός,Υποανάπτυξη,περιορισμός (σε),σύνθλιψη,καταπιεστικός,Ριζοποίηση,κατασταλτικός
συνεχόμενος,επίμονος,συνεχίζοντας,συνέχιση (σε),προελαύνοντας,οδήγηση,διέρχομαι,πορεία,μετακινούμενο,διαδικασία
staunches => Σταθεροποιεί, staunched => σταμάτησε, statutes => Καταστατικό, statuses => καταστάσεις, status quos => Status quo,