Greek Meaning of scads

σωροί

Other Greek words related to σωροί

Definitions and Meaning of scads in English

Wordnet

scads (n)

a large number or amount

FAQs About the word scads

σωροί

a large number or amount

δέσμη,κομμάτι,συμφωνία,Δωδεκάδα,φορτία,πολύ,σωρός,πολύ,ποσότητα,στρατός

άσσος,bit,λάμψη,δημητριακά,χούφτα,υπόδειξη,λίγο,μπουκιά,ουγγιά,Φιστίκια

scad => Σκουμπρί, scabwort => Φλόμος, scabrousness => τραχύτητα, scabrous =>    τραχύς, scabredity => σκορβούτο,