Greek Meaning of whit
whit
Other Greek words related to whit
- διάολε
- ουρλιαχτό
- τεμαχίζω
- bit
- ηπειρωτικός
- Darn
- diddly
- μύγα στο σπαθί
- Σύκο
- φάντασμα
- υπόδειξη
- ιώτα
- τελεία
- μικρός
- λίγο
- Ραπ
- Κηλίδα
- Καθίσματα
- Συλλαβή
- τίτλος
- αγγίζω
- whoop
- φασόλια
- τίποτα
- καταραμένος
- άσσος
- ψίχουλο
- νταμπ
- τίποτα
- σταγόνα
- λάμψη
- Ακάρεο
- δαγκάνοντας
- ουγγιά
- σωματίδιο
- Φιστίκια
- καρφίτσα
- Ακτίνα
- σκραπ
- δισταγμός
- Ομοιότητα
- σκιά
- σκιά
- ψιχουλάκι
- ψήγμα
- ψίχουλο
- λίγο
- Κλικ
- κουκκίδα
- ράντισμα
- καταπόνηση
- σερί
- υποψία
- ίχνος
- τίποτα
- τίποτα
- τίποτα
Nearest Words of whit
- whistly => σφυρίζοντας
- whistlingly => σφυρίζοντας
- whistling swan => Κύκνος ο σφυριχτής
- whistling marmot => Σφυριχτής μαρμότης
- whistling buoy => σφυρίζουσα σημαδούρα
- whistling => σφύριγμα
- whistlewood => σφυριχτάρι
- whistlewing => σφυριχτές
- whistle-stop tour => Περιοδεία σταθμών
- whistlestop => Σιδηροδρομικός σταθμός
- whit leather => Λευκό δέρμα
- white => λευκό
- white admiral => Δενδρολίβανος
- white alder => Λευκή οξυά
- white anglo-saxon protestant => Λευκός αγγλοσάξονας διαμαρτυρόμενος
- white ant => τερμίτης
- white ash => Φράξος δασικά (Βαλκανική Χερσόνησος)
- white aspen => Λεύκη
- white avens => Λευκή ανεμώνη
- white backlash => λευκή αντίδραση
Definitions and Meaning of whit in English
whit (n)
a tiny or scarcely detectable amount
whit (n.)
The smallest part or particle imaginable; a bit; a jot; an iota; -- generally used in an adverbial phrase in a negative sentence.
FAQs About the word whit
whit
a tiny or scarcely detectable amountThe smallest part or particle imaginable; a bit; a jot; an iota; -- generally used in an adverbial phrase in a negative sent
διάολε,ουρλιαχτό,τεμαχίζω,bit,ηπειρωτικός,Darn,diddly,μύγα στο σπαθί,Σύκο,φάντασμα
No antonyms found.
whistly => σφυρίζοντας, whistlingly => σφυρίζοντας, whistling swan => Κύκνος ο σφυριχτής, whistling marmot => Σφυριχτής μαρμότης, whistling buoy => σφυρίζουσα σημαδούρα,