Greek Meaning of draped

ντυμένος με

Other Greek words related to ντυμένος με

Definitions and Meaning of draped in English

Wordnet

draped (s)

covered with or as if with clothes or a wrap or cloak

covered in folds of cloth

Webster

draped (imp. & p. p.)

of Drape

FAQs About the word draped

ντυμένος με

covered with or as if with clothes or a wrap or cloak, covered in folds of clothof Drape

στολισμένος,διακοσμημένος,παρατεταγμένοι,ομορφωμένο,στολισμένος,διακοσμημένος,καπαρισμένος,ντυμένος,ντυμένος,διακοσμημένο

μολυσμένος,παραμορφωμένος,παραμορφωμένο,εμφανίζεται,εκτεθειμένο,κατεστραμμένο,αποκάλυψε,ουλή,Απλοποιημένο,κακομαθημένος

drape => Δραπέτο, drap d'ete => Καλοκαιρινό ύφασμα, drank => ήπιε, dramshop => ταβέρνα, dramseller => Πωλητής οινοπνευματωδών,