Greek Meaning of bared

γυμνή

Other Greek words related to γυμνή

Definitions and Meaning of bared in English

Wordnet

bared (s)

having the head uncovered

Webster

bared (imp. & p. p.)

of Bare

FAQs About the word bared

γυμνή

having the head uncoveredof Bare

Αποκαλύφθηκε,Ανακαλύφθηκε,εκτεθειμένο,αποκάλυψε,είπε,αποκαλυμμένος,ανακοινώθηκε,αποκαλυπτόμενη,κοινός,αποκαλυμμένος

καμουφλαρισμένο,Κρυμμένος,κρυμμένο,μεταμφιεσμένος,Κρυμμένος,μεταμφιεσμένος,καλυμμένος,συγκαλυμμένο,καλυμμένος (πάνω),συννεφιασμένος

barebone => σκελετός, bareboating => Γυμνό σκάφος, bareboat => γυμνός φορτίο, barebacked => Γυμνή πλάτη, bareback => χωρίς σέλα,