Greek Meaning of hung

κρεμασμένος (κρεμασμένη)

Other Greek words related to κρεμασμένος (κρεμασμένη)

Definitions and Meaning of hung in English

Webster

hung ()

of Hang

imp. & p. p. of Hang.

FAQs About the word hung

κρεμασμένος (κρεμασμένη)

of Hang, imp. & p. p. of Hang.

καμπύλος,υπόκλιση,πτώση,κρεμαστό,κούνημα,θρηνούντα,κρεμαστός,αρνήθηκε,μειούμενη,Απόγονος

όρθιος,άκαμπτος,άκαμπτος,κατακόρυφος,Υψηλός,άκαμπτος,άκαμπτος,ανυψωμένο,ανασηκωμένος

hundredweight => καντάρι, hundredth => εκατοστός, hundred-percenter => εκατό τοις εκατό, hundredfold => Εκατονταπλάσιο, hundreder => εκατόνταρχος,