Greek Meaning of unmentionable

ανεκλεκτός

Other Greek words related to ανεκλεκτός

Definitions and Meaning of unmentionable in English

Wordnet

unmentionable (n)

a garment worn under other garments

Wordnet

unmentionable (s)

unsuitable or forbidden as a topic of conversation

FAQs About the word unmentionable

ανεκλεκτός

a garment worn under other garments, unsuitable or forbidden as a topic of conversation

απαγορευμένος,παράνομος,παράνομος,ακατάλληλος,ακατάλληλος,ανέκφραστος,ανυπόφορος,αξιόμεμπτος,Ταμπού,απαράδεκτο

αποδεκτός,επιτρεπόμενο,κατάλληλος,ανεκτός,υποφερτός,νόμιμος,νόμιμο,νόμιμος,εντάξει,επιτρεπτός

unmemorably => αλησμόνητα, unmemorable => αξιομνημόνευτο, unmember => ξεχνώ, unmelted => Ατηκτος, unmelodiously => δυσάρεστα,