Greek Meaning of particularized

συγκεκριμένος

Other Greek words related to συγκεκριμένος

Definitions and Meaning of particularized in English

Wordnet

particularized (s)

directed toward a specific object

Webster

particularized (imp. & p. p.)

of Particularize

FAQs About the word particularized

συγκεκριμένος

directed toward a specific objectof Particularize

λεπτομερής,γεμάτος,εμπεριστατωμένος,ακριβής,περιστασιακός,ολοκληρωμένο,περιγραφικός,περίτεχνος,ιδιαίτερο,συγκεκριμένος

σύντομος,συμπαγής,περιεκτικός,περιεκτικός,περιεκτικός,κοντός,σύντομο,περίληψη,συντομευμένος,συντομευμένο

particularize => να καθορίσει, particularization => Προσδιορισμός, particularity => Ιδιαιτερότητα, particularities => ιδιαιτερότητες, particularistic => ιδιαίτερος,