Greek Meaning of particularized
συγκεκριμένος
Other Greek words related to συγκεκριμένος
- λεπτομερής
- γεμάτος
- εμπεριστατωμένος
- ακριβής
- περιστασιακός
- ολοκληρωμένο
- περιγραφικός
- περίτεχνος
- ιδιαίτερο
- συγκεκριμένος
- άφθονος
- λεπτό προς λεπτό
- ολοκληρωμένο
- άφθονος
- Σωστό
- λεπτό
- Οριοθετημένος
- διακριτός
- εγκυκλοπαιδικός
- ολόκληρος
- απαριθμούμενος
- ακριβές
- εξαντλητικός
- εξαντλητικός
- σαφής
- γραφικός
- Γραφικός
- Περιεκτικός
- καταχωρημένα
- αναφερόμενος
- αριθμημένοι
- λεωφορείο
- πανοραμικός
- γραφικός
- ακριβής
- πλήρης
- διεξοδικός
- ζωηρός
- Συμπεριληπτική
- διεξοδικός
- αναλυτικός
Nearest Words of particularized
- particularize => να καθορίσει
- particularization => Προσδιορισμός
- particularity => Ιδιαιτερότητα
- particularities => ιδιαιτερότητες
- particularistic => ιδιαίτερος
- particularist => ιδιοτελής
- particularism => ιδιαιτερισμός
- particularised => Ειδικός
- particularise => λεπτομερής
- particularisation => συγκεκριμενοποίηση
Definitions and Meaning of particularized in English
particularized (s)
directed toward a specific object
particularized (imp. & p. p.)
of Particularize
FAQs About the word particularized
συγκεκριμένος
directed toward a specific objectof Particularize
λεπτομερής,γεμάτος,εμπεριστατωμένος,ακριβής,περιστασιακός,ολοκληρωμένο,περιγραφικός,περίτεχνος,ιδιαίτερο,συγκεκριμένος
σύντομος,συμπαγής,περιεκτικός,περιεκτικός,περιεκτικός,κοντός,σύντομο,περίληψη,συντομευμένος,συντομευμένο
particularize => να καθορίσει, particularization => Προσδιορισμός, particularity => Ιδιαιτερότητα, particularities => ιδιαιτερότητες, particularistic => ιδιαίτερος,