Greek Meaning of terse
περιεκτικός
Other Greek words related to περιεκτικός
- σύντομος
- περιεκτικός
- περίληψη
- αφοριστικός
- αμβλύς
- συμπαγής
- περιεκτικός
- Κροκαλένια
- σύντομος
- Ελλειπτικός
- επιγραμματικός
- λακωνικός
- μονοσύλλαβος
- περιεκτικός
- διδακτικός
- κοντός
- σύντομο
- Τηλεγραφικός
- συντομευμένος
- συντομευμένο
- ξαφνικός
- αποφθεγματικός
- απότομος
- απότομος
- κάψουλα
- ελλειπτικός
- ουσιαστικό
- κρεατώδης
- συντομευμένο
- ουσιαστικός
- εικονίδιο
- Συμπυκνωμένο
- περικομμένος
- σύντομος
- σαρκαστικός
Nearest Words of terse
- tersely => περιεκτικά
- terseness => Συντομία
- tersulphide => Τρισουλφίδιο
- tersulphuret => Τρισουλφίδιο
- ter-tenant => υπενοικιαστής
- tertial => τριτογενής
- tertian => τριταίος
- tertiaries => Τριτογενή
- tertiary => [τριαδικός](https://translate.google.com/?hl=en&sl=en&tl=el&text=tertiary&op=translate)
- tertiary period => Τριτογενής περίοδος
Definitions and Meaning of terse in English
terse (s)
brief and to the point; effectively cut short
terse (superl.)
Appearing as if rubbed or wiped off; rubbed; smooth; polished.
Refined; accomplished; -- said of persons.
Elegantly concise; free of superfluous words; polished to smoothness; as, terse language; a terse style.
FAQs About the word terse
περιεκτικός
brief and to the point; effectively cut shortAppearing as if rubbed or wiped off; rubbed; smooth; polished., Refined; accomplished; -- said of persons., Elegant
σύντομος,περιεκτικός,περίληψη,αφοριστικός,αμβλύς,συμπαγής,περιεκτικός,Κροκαλένια,σύντομος,Ελλειπτικός
ελικοειδής,υπερβολικά ομιλητικός,περιπλάνηση,περιττός,επαναλαμβανόμενος,φλύαρος,Ανεμώδης,μακροσκελής,περιφραστικός,διευρυμένο
tersanctus => Τρισάγιον, terrycloth => πετσέτα, terry towel => Πετσέτα τύπου φροτέ, terry cloth => Πετσέτα, terry => Τέρι,