Greek Meaning of stuck (to or with)

κολλημένος (σε ή με)

Other Greek words related to κολλημένος (σε ή με)

Definitions and Meaning of stuck (to or with) in English

stuck (to or with)

No definition found for this word.

FAQs About the word stuck (to or with)

κολλημένος (σε ή με)

υπερασπίστηκε,τηρούσε (σε),κρατιέμαι (από),στάθηκε,αποδεκτό,υιοθετημένος,απολογούσε,επιβεβαιωμένο,Καλλιεργούμενος,αγκαλιάστηκε

εγκαταλελειμμένος,έρημος,παραιτήθηκε,ακυρώθηκε,περιφρονημένος,λιποτάκτης (από),διαφώνησε (με),παραιτήθηκε,Ανακάλεσε,παραδόθηκε

stubs => αποτσίγαρα, stubbing => μπεκρούλιασμα, strutting => προχωρώντας με κομψότητα, strutted => καμαρώνω, struts => στηρίγματα,