Greek Meaning of sallying (forth)

επίθεση

Other Greek words related to επίθεση

Definitions and Meaning of sallying (forth) in English

sallying (forth)

No definition found for this word.

FAQs About the word sallying (forth)

επίθεση

κόψιμο,αναχωρούντος,αποκτώντας,πηγαίνω,μετακινούμενο,Τραβώντας,Απογείωση,απελευθέρωση,φεύγω τρέχοντας,βουητό (μακριά)

Άφιξη,ερχομένων,εναπομείναν,Φαίνεται,ανατέλλωντας,μόνιμος,προσεγγίζοντας,κλείσιμο,κατοικία,διαμονή

sally (forth) => βγαίνω (μπροστά), sallied (forth) => έκανε έξοδο, salivating (for) => σιέλιασε για, salivated (for) => έσταζε το σάλιο του (για), salivate (for) => σάλια (για),