Greek Meaning of salivating (for)

σιέλιασε για

Other Greek words related to σιέλιασε για

Definitions and Meaning of salivating (for) in English

salivating (for)

No definition found for this word.

FAQs About the word salivating (for)

σιέλιασε για

ποθώντας (κάτι),Λαχτάρα,πεθαίνοντας (για),πόθος (για),Πεινασμένος (για),κνησμός (για),λαχτάρα (για),λαχάνιασμα (μετά),Λαχτάρα (για),Επιθυμία

αποτρόπαιος,βδελυρός,καταφρονητικός,αηδία,μειούμενη,καταραμένος,αρνούμαι,Απορριπτικός,περιφρονώντας

salivated (for) => έσταζε το σάλιο του (για), salivate (for) => σάλια (για), salespersons => Πωλητές, salespeople => πωλητές, salesladies => Υπάλληλοι πωλήσεων,