Greek Meaning of substantially
σημαντικά
Other Greek words related to σημαντικά
- βασικά
- κυρίως
- γενικά
- σε μεγάλο βαθμό
- κυρίως
- κυρίως
- κυρίως
- κυρίως
- κυρίως
- συνολικά
- συνήθως
- γενικά
- τα περισσότερα
- συνήθως
- εν μέρει
- μερικώς
- πρακτικά
- συνήθως
- συνήθως
- εικονικώς
- περίπου
- ευρέως
- γενικά
- συχνά
- περισσότερο ή λιγότερο
- πολύς
- σχεδόν
- νύχτα
- στο σύνολο
- συνήθως
- συνολικά
- μάλλον
- περίπου
- μερικά
- Λίγο πολύ
- Σχεδόν
- δίπλα
- Συν ή πλην
Nearest Words of substantially
- substantialness => ουσιαστικότητα
- substantiate => τεκμηριώνω
- substantiating => τεκμηριώνω
- substantiation => τεκμηρίωση
- substantiative => ουσιαστικός
- substantival => Ουσιαστικός
- substantive => ουσιαστικός
- substantive dye => Ουσιαστές βαφές
- substation => Υποσταθμός
- substitutability => αντικαταστάσιμότητα
Definitions and Meaning of substantially in English
substantially (r)
to a great extent or degree
in a strong substantial way
FAQs About the word substantially
σημαντικά
to a great extent or degree, in a strong substantial way
βασικά,κυρίως,γενικά,σε μεγάλο βαθμό,κυρίως,κυρίως,κυρίως,κυρίως,κυρίως,συνολικά
ολοκληρωτικά,ολόκληρος,πλήρως,μόνο,τέλεια,διεξοδικά,ολοκληρωτικά,εξολοκλήρου,απόλυτα,μόλις
substantiality => ουσιαστικότητα, substantial => ουσιαστικός, substantia nigra => ουσία μέλαινα, substantia grisea => Γκρίζα ουσία, substantia alba => Λευκή ουσία,