Greek Meaning of predominantly
κυρίως
Other Greek words related to κυρίως
Nearest Words of predominantly
Definitions and Meaning of predominantly in English
predominantly (r)
much greater in number or influence
FAQs About the word predominantly
κυρίως
much greater in number or influence
κυρίως,σε μεγάλο βαθμό,κυρίως,κυρίως,κυρίως,κυρίως,βασικά,συνήθως,γενικά,γενικά
ολοκληρωτικά,ολόκληρος,πλήρως,μόνο,τέλεια,διεξοδικά,ολοκληρωτικά,εξολοκλήρου,απόλυτα,μόλις
predominant => κυρίαρχος, predominance => κυριαρχία, prednisone => Πρεδνιζόνη, prednisolone => Πρεδνιζολόνη, predisposition => προδιάθεση,