Greek Meaning of categorically
κατηγορηματικά
Other Greek words related to κατηγορηματικά
- απόλυτα
- ολοκληρωτικά
- απολύτως
- ολόκληρος
- ακόμα
- ολοκληρωτικά
- ανεπιφύλακτα
- εξολοκλήρου
- όλοι
- παντού
- συνολικά
- βασικά
- Καθαρός
- κρύος
- νεκρός
- αρκετά
- ολόκληρος
- ακριβώς
- γρήγορος
- επίπεδος
- πλήρως
- γενικά
- αναμφίβολα
- θερμότατα
- σε μεγάλο βαθμό
- κυρίως
- κυρίως
- έξω
- τέλεια
- απλός
- κυρίως
- κυρίως
- αρκετά
- γερά
- πέτρα
- κρύος σαν πέτρα
- σημαντικά
- διεξοδικά
- ολοκληρωτικά
- καλά
- άφθονα
- γενικά
- κυρίως
- άφθονα
- γεμάτος
- γενναιόδωρα
- πολύ
- περισσότερο ή λιγότερο
- συνολικά
- κατακόρυφος
- κυρίως
- από μέσα και έξω
- ευρύ
- όλος
- κυρίως
Nearest Words of categorically
- categorical imperative => κατηγορικό επιτακτικό
- categorical => κατηγορηματικός
- categoric => κατηγορηματικός
- categorial => κατηγορικός
- categoreme => κατηγορία
- categorematic => Κατηγορηματικό
- categorem => Κατηγορία
- catechumenist => Κατηχούμενος
- catechumenical => κατηχουμενικός
- catechumenate => Κατηχουμινάτο
Definitions and Meaning of categorically in English
categorically (r)
in an unqualified manner
categorically (adv.)
Absolutely; directly; expressly; positively; as, to affirm categorically.
FAQs About the word categorically
κατηγορηματικά
in an unqualified mannerAbsolutely; directly; expressly; positively; as, to affirm categorically.
απόλυτα,ολοκληρωτικά,απολύτως,ολόκληρος,ακόμα,ολοκληρωτικά,ανεπιφύλακτα,εξολοκλήρου,όλοι,παντού
στα μισά του δρόμου,μόλις,ελλιπώς,μόνο,εν μέρει,μερικώς,σπάνια,μόλις,μισό,περιθωριακός
categorical imperative => κατηγορικό επιτακτικό, categorical => κατηγορηματικός, categoric => κατηγορηματικός, categorial => κατηγορικός, categoreme => κατηγορία,