Greek Meaning of easy
εύκολος
Other Greek words related to εύκολος
- φτηνός
- γρήγορος
- Έτοιμος
- απλός
- λείο
- απλός
- κατηφόρα
- ανεπιτήδευτος
- εύκολος
- άπταιστα
- Ρευστό
- φως
- προφανής
- ανώδυνος
- βασιλικός
- Κλικ
- μαλακός
- φαινομενικός
- σαφής
- σαφής
- διακριτός
- εμφανής
- αναμφίβολα
- φανερός
- ανόητος
- ξεκάθαρο
- απτός
- δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
- σαφής
- απλός
- διαφανής
- αναμφίβολος
- απλός
- αναμφισβήτητος
- αδιαμφισβήτητος
- ανεξερεύνητο
- επίπονος
- δύσκολο
- φοβερός
- σκληρός
- επίπονος
- τραχύς
- σοβαρός
- ανταγωνιστικό
- σκληρός
- βαρύς
- σύνθετος
- περίπλοκος
- απαιτητικός
- απαιτητικός
- εξαντλητικός
- εξαντλητικός
- εξαντλητικός
- ηρακλειώδης
- κοπιαστικός
- φονικός
- Βαρύ
- καταπιεστικός
- οδυνηρός
- προβληματικός
- άκαμπτος
- αγχωτικό
- επίπονος
- ενοχλητικός
- Ασαφής
- σύνθετο
- εμπλεκόμενος
- κουτουρού
- προβληματικός
- απόκρυφος
- φορολόγηση
- κοπιαστικός
Nearest Words of easy
Definitions and Meaning of easy in English
easy (a)
posing no difficulty; requiring little effort
free from worry or anxiety
easy (s)
not hurried or forced
affording pleasure
having little impact
readily exploited or tricked
in fortunate circumstances financially; moderately rich
marked by moderate steepness
affording comfort
casual and unrestrained in sexual behavior
less in demand and therefore readily obtainable
obtained with little effort or sacrifice, often obtained illegally
easy (r)
with ease (`easy' is sometimes used informally for `easily')
without speed (`slow' is sometimes used informally for `slowly')
in a relaxed manner; or without hardship
easy (v. t.)
At ease; free from pain, trouble, or constraint
Free from pain, distress, toil, exertion, and the like; quiet; as, the patient is easy.
Free from care, responsibility, discontent, and the like; not anxious; tranquil; as, an easy mind.
Free from constraint, harshness, or formality; unconstrained; smooth; as, easy manners; an easy style.
Not causing, or attended with, pain or disquiet, or much exertion; affording ease or rest; as, an easy carriage; a ship having an easy motion; easy movements, as in dancing.
Not difficult; requiring little labor or effort; slight; inconsiderable; as, an easy task; an easy victory.
Causing ease; giving freedom from care or labor; furnishing comfort; commodious; as, easy circumstances; an easy chair or cushion.
Not making resistance or showing unwillingness; tractable; yielding; complying; ready.
Moderate; sparing; frugal.
Not straitened as to money matters; as, the market is easy; -- opposed to tight.
FAQs About the word easy
εύκολος
posing no difficulty; requiring little effort, not hurried or forced, free from worry or anxiety, affording pleasure, having little impact, readily exploited or
φτηνός,γρήγορος,Έτοιμος,απλός,λείο,απλός,κατηφόρα,ανεπιτήδευτος,εύκολος,άπταιστα
επίπονος,δύσκολο,φοβερός,σκληρός,επίπονος,τραχύς,σοβαρός,ανταγωνιστικό,σκληρός,βαρύς
east-west direction => κατεύθυνση ανατολή-δύση, eastwards => προς ανατολάς, eastward => ανατολικά, east-sider => ανατολίτης, eastside => Ανατολική πλευρά,