Greek Meaning of booted
με μπότες
Other Greek words related to με μπότες
- φυσώ
- Μεταγλωττισμένη
- τσαπατσούλη
- ξαφνιασμένος
- εμπόδιο
- μπερδεμένος
- σφαγμένος
- κατεστραμμένος
- κατεστραμμένος
- Χαμένη
- τραυματισμένος
- παραμορφωμένος
- κατεστραμμένο
- χαλασμένος
- δολοφονηθέντα
- κατεστραμμένος
- κακομαθημένος
- βυθισμένο
- τραυλός
- γαμημένο
- χουζούρευε
- μπέρδεψε
- αφράτος
- χάλια
- τα χαλάω
- μπερδεμένη
- τα έκανε μαντάρα
- Χαλασμένο
- μολυσμένος
- κατεστραμμένο
- ελαττωματικό
- βλάβη
- πόνος
- εξασθενημένος
- μπερδεμένος
- ακρωτηριασμένο
- ασήμαντος
- κακομαθημένος
- ακυρωμένος
- κατέστρεψε (το)
- κολλημένος
- χαλιά
- κακομεταχειρισμένο
- Κακοδιαχειριζόμενο
Nearest Words of booted
Definitions and Meaning of booted in English
booted (s)
wearing boots
booted (imp. & p. p.)
of Boot
of Boot
booted (a.)
Wearing boots, especially boots with long tops, as for riding; as, a booted squire.
Having an undivided, horny, bootlike covering; -- said of the tarsus of some birds.
FAQs About the word booted
με μπότες
wearing bootsof Boot, of Boot, Wearing boots, especially boots with long tops, as for riding; as, a booted squire., Having an undivided, horny, bootlike coverin
φυσώ,Μεταγλωττισμένη,τσαπατσούλη,ξαφνιασμένος,εμπόδιο,μπερδεμένος,σφαγμένος,κατεστραμμένος,κατεστραμμένος,Χαμένη
βελτιωμένος,βελτιωμένος,βελτιωμένο,βοήθησε,βελτιωμένη,διορθωμένο,εκλεπτυσμένος,μεταρρυθμισμένος,Διορθωμένο,παραποιημένο
bootboys => Σκίνχεντς, bootblack => γυαλιστής παπουτσιών, boot sale => παζάρι από πορτ μπαγκάζ, boot out => πετάω έξω, boot maker => Τσαγκάρης,