Greek Meaning of uninhibitedness
Ανεξέλεγκτο
Other Greek words related to Ανεξέλεγκτο
- εγκαταλείπω
- εγκατάλειψη
- Φυσικότητα
- ευκολία
- ενθουσιασμός
- Ξενοιασιά
- πνεύμα
- Σποντανεϊκότητα
- αυθορμητισμός
- απεριόριστος
- Έλλειψη συγκράτησης
- θερμότητα
- ζήλος
- Ζήλος
- Λευκή επιταγή
- απροσεξία
- carte blanche
- ανεπιτήδευτο
- περίσσεια
- υπερβολή
- υπερβολή
- Θέρμη
- ελεύθερο χέρι
- απροσεξία
- Απληστία
- Αφέλεια
- Ακράτεια
- απροσεξία
- επιείκεια
- Απροσεξία
- ακολασία
- επιτρεπτικότητα
- απερισκεψία
- απερισκεψία
- αγριότητα
- φανατισμός
- παρορμητικότητα
- αδιαφορία
- ασυνειδησία
- Ζήλος
Nearest Words of uninhibitedness
Definitions and Meaning of uninhibitedness in English
uninhibitedness
free from inhibition, boisterously informal, marked by an open showing of feelings and informal behavior, not inhibited
FAQs About the word uninhibitedness
Ανεξέλεγκτο
free from inhibition, boisterously informal, marked by an open showing of feelings and informal behavior, not inhibited
εγκαταλείπω,εγκατάλειψη,Φυσικότητα,ευκολία,ενθουσιασμός,Ξενοιασιά,πνεύμα,Σποντανεϊκότητα,αυθορμητισμός,απεριόριστος
περιορισμός,Ντροπή,Αναστολή,εφεδρεία,συγκράτηση,εχεμύθεια,καταστολή,ανησυχία,Πειθαρχία,Διακριτικότητα
uningratiating => δυσάρεστος, uniformities => ομοιομορφίες, uniforming => ενστόλιση, unifications => Ενοποιήσεις, unidiomatic => μη ιδιωματικός,