Greek Meaning of communicativeness
επικοινωνιακότητα
Other Greek words related to επικοινωνιακότητα
- αφέλεια
- σοβαρότητα
- ελευθερία
- γνησιότητα
- άδεια
- άδεια
- αφέλεια
- ειλικρίνεια
- Ανεξέλεγκτο
- αχαλίνωτος
- Έλλειψη συγκράτησης
- ειλικρίνεια
- Ειλικρίνεια
- ειλικρίνεια
- ειλικρίνεια
- ειλικρίνεια
- αφέλεια
- ανοιχτότητα
- ειλικρίνεια
- Απλότητα
- Νηφαλιότητα
- ευθύτητα
- απλοϊκότητα
- ειλικρίνεια
- ειλικρίνεια
- ειλικρίνεια
- απλότητα
- ειλικρίνεια
- παχουλότητα
- απερισκεψία
- ακύρωση κράτησης
- ειλικρίνεια
Nearest Words of communicativeness
- communicative => κοινωτικός
- communications technology => Τεχνολογία επικοινωνιών
- communications security establishment => Εγκατάσταση ασφάλειας επικοινωνιών
- communications satellite => Δορυφόρος επικοινωνιών
- communications protocol => Πρωτόκολλο επικοινωνίας
- communications intelligence => Πληροφορίες Επικοινωνιών
- communications => επικοινωνίες
- communicational => επικοινωνιακός
- communication trench => Συγκοινωνιακός τάφρος
- communication theory => Θεωρία επικοινωνίας
- communicator => επικοινωνητής
- communicatory => επικοινωνιακή
- communion => Θεία Κοινωνία
- communion table => τράπεζα της κοινωνίας
- communique => ανακοινωθέν
- communisation => κοινοκτημοσύνη
- communise => Κοινοτικοποιώ
- communism => κομμουνισμός
- communism peak => Κορυφή του κομμουνισμού
- communist => κομμουνιστής
Definitions and Meaning of communicativeness in English
communicativeness (n)
the trait of being communicative
FAQs About the word communicativeness
επικοινωνιακότητα
the trait of being communicative
αφέλεια,σοβαρότητα,ελευθερία,γνησιότητα,άδεια,άδεια,αφέλεια,ειλικρίνεια,Ανεξέλεγκτο,αχαλίνωτος
προσποιούμενος,εξαπάτηση,αποφυγή,έμμεσότητα,Αναστολή,συγκράτηση,εχεμύθεια,μυστικότητα,δειλία,Περιστροφή
communicative => κοινωτικός, communications technology => Τεχνολογία επικοινωνιών, communications security establishment => Εγκατάσταση ασφάλειας επικοινωνιών, communications satellite => Δορυφόρος επικοινωνιών, communications protocol => Πρωτόκολλο επικοινωνίας,