Greek Meaning of surd

κουφός

Other Greek words related to κουφός

Definitions and Meaning of surd in English

Wordnet

surd (n)

a consonant produced without sound from the vocal cords

Wordnet

surd (a)

produced without vibration of the vocal cords

FAQs About the word surd

κουφός

a consonant produced without sound from the vocal cords, produced without vibration of the vocal cords

πλανερός,παράλογος,άκυρος,παράλογος,μη ορθολογικός,αμβλύ,απρόσεκτος,παράλογος,παράλογος,προβληματικός

Έξυπνος,έξυπνος,συνετός,λογικός,συνετός,λογικός,λογικός,διορατικός,λογικός,ε разумный

surcoat => Σουρκό, surcharge => επιβάρυνση, surcease => ανακούφιση, surbase => Ζόκλος, sura => σουρά,