Greek Meaning of benton
μπεντονίτης
Other Greek words related to μπεντονίτης
- αποφασιστικός
- αποφασισμένος
- πρόθεση
- θετικός
- αποφασισμένος
- αμετάπειστος
- δεμένος
- σίγουρος
- ο θάνατος ή η δόξα
- στερεός
- έξω
- σκόπιμος
- Επιλεγμένο
- σοβαρός
- σετ
- αποφασισμένος
- αποφασισμένος
- έτοιμος
- πικρός
- βέβαιος
- Σίγουρος για τον εαυτό του
- σοβαρός
- σκληρυμένο
- ακίνητος
- αμείλικτος
- επίμονος
- άκαμπτος
- σταθερός
- πεισματάρης
- σίγουρα
- επίμονος
- αδιάλλακτος
- σταθερός
- διστακτικός
- αμείλικτος
- ακλόνητος
- ακλόνητος
- βίαιη
- εσκεμμένος
- εκούσιος
Nearest Words of benton
Definitions and Meaning of benton in English
benton (n)
United States artist whose paintings portrayed life in the Midwest and South (1889-1975)
United States legislator who opposed the use of paper currency (1782-1858)
FAQs About the word benton
μπεντονίτης
United States artist whose paintings portrayed life in the Midwest and South (1889-1975), United States legislator who opposed the use of paper currency (1782-1
αποφασιστικός,αποφασισμένος,πρόθεση,θετικός,αποφασισμένος,αμετάπειστος,δεμένος,σίγουρος,ο θάνατος ή η δόξα,στερεός
αμφίβολος,αμφίβολος,διστακτικός,διστακτικός,αναποφάσιστος,αναποφάσιστος,σκεπτικός,ύποπτος,αβέβαιος,αναποφάσιστος
benting time => Χρόνος κάμψης, benthos => Βένθος, benthonic zone => Βενθική ζώνη, benthonic => βενθικός, benthic division => Βενθική διαίρεση,