Greek Meaning of sticking around

προσκόλληση

Other Greek words related to προσκόλληση

Definitions and Meaning of sticking around in English

sticking around

to stay or wait about

FAQs About the word sticking around

προσκόλληση

to stay or wait about

κρατώντας,κρατώντας,Τήρηση,διαρκής,εκτελείται σε,διαμονή,μόνιμος,φέρω μέσα,συνεχόμενος,ανθεκτικός

Πεθαίνει (κάτω),χαλαρώνω,μειούμενου,κλείσιμο,τελικός,ετοιμοθάνατος,άμπωτης,τέλος,φινίρισμα,μετριαστικός

sticking (to or with) => προσκολλημένος (σε ή με), sticker prices => τιμές αυτοκόλλητων, sticker price => Τιμή καταλόγου, stick up for => υπερασπίζομαι, stick in one's craw => πειράζει κάποιον,