Greek Meaning of snit

διαμάχη

Other Greek words related to διαμάχη

Definitions and Meaning of snit in English

Wordnet

snit (n)

a state of agitated irritation

FAQs About the word snit

διαμάχη

a state of agitated irritation

χωματερές,Κατοικίδιο,μορφάζω,κάνει μούτρα,Μπλουζ,κακοκεφιά,νευρικότητα,γκρινιάρης,ευερεθιστότητα,ευερεθιστότητα

ευθυμία,εγκάρδιος,φιλικότητα,χαρά,χαρά,χάρη,Ξενοιασιά,ευθυμία,φιλικότητα,ευγένεια

snips => αποσπάσματα, snipping => κόψιμο, snippet => απόσπασμα, sniping => Ελεύθερος σκοπευτής, sniper rifle => Σκοπευτικό τυφέκιο,