Greek Meaning of hump
καμπούρα
Other Greek words related to καμπούρα
- Μπλουζ
- χωματερές
- ευερεθιστότητα
- ευερεθιστότητα
- Κατοικίδιο
- μορφάζω
- κάνει μούτρα
- κακοκεφιά
- νευρικότητα
- γκρινιάρης
- ευαισθησία
- διαμάχη
- κατσούφιασμα
- μελαγχολία
- χοληδόχος
- χολή
- ευερεθιστότητα
- εκκεντρικότητα
- δυσάρεστος
- Δυσπεψία
- φαντάσματα
- φασαρία
- γκρίνια
- οργή
- ευερεθιστότητα
- λυπάται
- γκρίνια
- υπερευαισθησία
- ευερεθιστότητα
- διαστροφή
- διαστροφή
- κακοχουμία
- γκρίνια
- γκρίνια
- κακοκεφιά
- ευερεθιστότητα
- κακομοιριά
- Κακοχυμία
- οξύτητα
- σφηκοφιλία
Nearest Words of hump
Definitions and Meaning of hump in English
hump (n)
something that bulges out or is protuberant or projects from its surroundings
hump (v)
round one's back by bending forward and drawing the shoulders forward
have sexual intercourse with
hump (n.)
A protuberance; especially, the protuberance formed by a crooked back.
A fleshy protuberance on the back of an animal, as a camel or whale.
hump (v. t.)
To form into a hump; to make hump-shaped; to hunch; -- often with up.
To put or carry on the (humped) back; to shoulder; hence, to carry, in general.
To bend or gather together for strenuous effort, as in running; to do or effect by such effort; to exert; -- usually reflexively or with it; as, you must hump yourself.
FAQs About the word hump
καμπούρα
something that bulges out or is protuberant or projects from its surroundings, round one's back by bending forward and drawing the shoulders forward, have sexua
Μπλουζ,χωματερές,ευερεθιστότητα,ευερεθιστότητα,Κατοικίδιο,μορφάζω,κάνει μούτρα,κακοκεφιά,νευρικότητα,γκρινιάρης
ευθυμία,φιλικότητα,χαρά,χαρά,Ξενοιασιά,ευθυμία,Απόλαυση (apólafsi),κοινωνικότητα,κοινωνικότητα,φιλικότητα
humous => χούμους, humourous => χιουμοριστικός, humourlessly => χωρίς χιούμορ, humourless => χωρίς χιούμορ, humourist => χιουμορίστας,