Greek Meaning of sniper
ελεύθερος σκοπευτής
Other Greek words related to ελεύθερος σκοπευτής
Nearest Words of sniper
Definitions and Meaning of sniper in English
sniper (n)
a marksman who shoots at people from a concealed place
FAQs About the word sniper
ελεύθερος σκοπευτής
a marksman who shoots at people from a concealed place
Πυροβολητής,Σκοπευτής,σκοπευτής εκλεκτός,Σκοπευτής,ένοπλος,σκοπευτής,Σκοπευτής,σκοπευτής παγίδας
No antonyms found.
snipefish => Λυχνάρι, sniped => ελεύθερος σκοπευτής, snipe hunt => κυνήγι τσίχλας, snipe => Υδρόκοτα, snip off => κόβω,