Greek Meaning of keyed
με πλήκτρα
Other Greek words related to με πλήκτρα
- συντονισμένος
- συμφιλιωμένος
- καταλύματα
- προσαρμοσμένος
- ευθυγραμμισμένος
- συντονισμένος
- ισορροπημένος
- συνδυασμένος
- συνδεδεμένος
- συσχετισμένα
- εναρμονισμένος
- ενσωματωμένο
- ταιριαστό
- συγχωνευμένο
- ζευγαρωμένο
- κατάλληλος
- συντονισμένος
- σύμφωνος
- διατεταγμένος
- παρατεταγμένοι
- μικτός
- αναμεμειγμένο
- ενωμένος με αρμούς που μοιάζουν με ουρά περιστεριού
- ίσο
- κατάλληλο
- προσαρμοσμένο
- λειωμένος
- προσχώρησε
- ορχηστρωμένος
- παραγγελθέντα
- στο τετράγωνο
- Τυποποιημένο
- συγχρονισμένος
- ενωμένος
- ενωμένος
- ευθυγραμμισμένο
- συμφιλιωμένος
- αναλογικός
- κανονικοποιημένο
- συντεθειμένο
Nearest Words of keyed
Definitions and Meaning of keyed in English
keyed (a)
fitted with or secured by a key
keyed (s)
set to a key or tone
keyed (a.)
Furnished with keys; as, a keyed instrument; also, set to a key, as a tune.
FAQs About the word keyed
με πλήκτρα
fitted with or secured by a key, set to a key or toneFurnished with keys; as, a keyed instrument; also, set to a key, as a tune.
συντονισμένος,συμφιλιωμένος,καταλύματα,προσαρμοσμένος,ευθυγραμμισμένος,συντονισμένος,ισορροπημένος,συνδυασμένος,συνδεδεμένος,συσχετισμένα
μπερδεμένος,ανοργάνωτος,διακοπή,διαταραγμένος,στραβό,αναστατωμένος,αλλοτριωμένος,ακατάστατος,ακατάστατος,αποξενωμένος
key-cold => παγωμένος, keycard => κλειδί-κάρτα, keyboardist => Πιανίστας, keyboard instrument => Πληκτροφόρο όργανο, keyboard buffer => Πρόχειρο πληκτρολογίου,