Greek Meaning of keyed

με πλήκτρα

Other Greek words related to με πλήκτρα

Definitions and Meaning of keyed in English

Wordnet

keyed (a)

fitted with or secured by a key

Wordnet

keyed (s)

set to a key or tone

Webster

keyed (a.)

Furnished with keys; as, a keyed instrument; also, set to a key, as a tune.

FAQs About the word keyed

με πλήκτρα

fitted with or secured by a key, set to a key or toneFurnished with keys; as, a keyed instrument; also, set to a key, as a tune.

συντονισμένος,συμφιλιωμένος,καταλύματα,προσαρμοσμένος,ευθυγραμμισμένος,συντονισμένος,ισορροπημένος,συνδυασμένος,συνδεδεμένος,συσχετισμένα

μπερδεμένος,ανοργάνωτος,διακοπή,διαταραγμένος,στραβό,αναστατωμένος,αλλοτριωμένος,ακατάστατος,ακατάστατος,αποξενωμένος

key-cold => παγωμένος, keycard => κλειδί-κάρτα, keyboardist => Πιανίστας, keyboard instrument => Πληκτροφόρο όργανο, keyboard buffer => Πρόχειρο πληκτρολογίου,