Greek Meaning of echt

Εχτ

Other Greek words related to Εχτ

Definitions and Meaning of echt in English

Wordnet

echt (a)

not fake or counterfeit

FAQs About the word echt

Εχτ

not fake or counterfeit

πραγματικός,αυθεντικός,γνήσιος,ειλικρινής,πραγματικός,σίγουρα,ΑΛΗΘΙΝΟΣ,καλή τη πίστει,πιστοποιήσιμο,πιστοποιημένο

τεχνητός,ψεύτικος,πλαστό,Τεχνητός,ψεύτικος,μίμηση,κοροϊδεύω,ψεύτικος,ψεύτικη,ψευδο-

echovirus => ιός ηχούς, echoscope => συσκευή ηχούς, echopathy => ηχωπάθεια, echoon => ηχώ, echon => αντίλαλος,