Greek Meaning of stem
στέλεχος
Other Greek words related to στέλεχος
- μπλοκ
- Συμπεραίνουμε
- καθυστέρηση
- τέλος
- σταματώ
- εμποδίζω
- σταματάω
- καταπιέζω
- διακόπτω
- αποκλεισμός
- Φρένο
- Σπάω
- σπάω
- χωρισμός
- μπορώ
- σταματάω
- ολοκληρωμένο
- αποκόβω
- κόβω
- φράγμα
- καθυστερώ
- διακόπτω
- σταγόνα
- τέλος
- εμποδίζω
- κρατώ
- απέχω
- τέλος
- απόλυση
- σταματώ
- εμποδίζω
- απενεργοποιώ
- Κολοκύθα
- Γραμματόσημο
- αμετάβλητος
- Αναστέλλω
- κλείσιμο
- (αποφύγω (από)
- παραιτούμαι
- Κουβάλημα
- καταργώ
- ακυρώνω
- σύλληψη
- κλήση
- έλεγχος
- καταστέλλω
- απενεργοποιήσετε
- διαλύω
- απομίμηση
- παύση
- παραιτούμαι
- ερείπια
- ντουλάπι
- καπνός μύτης
- πνίγω
- Αδιάβροχο
- μένω
- ακροβατικό
- γυρίζω πίσω
- συγκρατώ
Nearest Words of stem
- stellite => στελλίτης
- steller's sea lion => Φώκια του Στέλλερ
- steller's sea cow => Θαλάσσια αγελάδα του Steller
- steller sea lion => Λεονταρόφωκα
- steller => Αστρικό
- stellate venule => αστεροειδές φλεβίδιο
- stellate => αστεροειδής
- stellar's sea eagle => θαλασσαετός του Στέλλερ
- stellaria media => Αστέρωμα το μέσον
- stellaria holostea => Φλόμος ο ολοκλήρου
- stem blight => Ανθράκωση
- stem canker => Καρκίνος στελέχους
- stem cell => Βλαστικά κύτταρα
- stem ginger => ζαχαρωμένο τζίντζερ
- stem lettuce => Ρωμαϊκή
- stem turn => στροφή του στελέχους
- stem vowel => Θεματικό φωνήεν
- stem-cell research => Έρευνα βλαστικών κυττάρων
- stem-from => προέρχομαι από
- stemless => άμισχος
Definitions and Meaning of stem in English
stem (n)
(linguistics) the form of a word after all affixes are removed
a slender or elongated structure that supports a plant or fungus or a plant part or plant organ
cylinder forming a long narrow part of something
the tube of a tobacco pipe
front part of a vessel or aircraft
a turn made in skiing; the back of one ski is forced outward and the other ski is brought parallel to it
stem (v)
grow out of, have roots in, originate in
cause to point inward
stop the flow of a liquid
remove the stem from
FAQs About the word stem
στέλεχος
(linguistics) the form of a word after all affixes are removed, a slender or elongated structure that supports a plant or fungus or a plant part or plant organ,
μπλοκ,Συμπεραίνουμε,καθυστέρηση,τέλος,σταματώ,εμποδίζω,σταματάω,καταπιέζω,διακόπτω,αποκλεισμός
Συνέχισε,συνεχίζω,Συνεχίζω,προχωρώ,τρέχω,πρόοδος,οδήγηση,Πρόοδος,ανακατεύω,συνεχίσει (με)
stellite => στελλίτης, steller's sea lion => Φώκια του Στέλλερ, steller's sea cow => Θαλάσσια αγελάδα του Steller, steller sea lion => Λεονταρόφωκα, steller => Αστρικό,