Greek Meaning of out-of-pocket

Από την τσέπη

Other Greek words related to Από την τσέπη

Definitions and Meaning of out-of-pocket in English

Wordnet

out-of-pocket (s)

calling for the spending of cash

out-of-pocket

from cash on hand, requiring an outlay of cash, out of funds, in the position of having lost money

FAQs About the word out-of-pocket

Από την τσέπη

calling for the spending of cashfrom cash on hand, requiring an outlay of cash, out of funds, in the position of having lost money

φτωχοποιημένος,φτωχός,φθαρμένος στους αγκώνες,Χρεωκοπία,χρεοκοπημένος,ζητιάνος,ζητιανικός,Χρεοκοπημενος,καταθλιπτικός,στερημένος

Ευκατάστατοι,άνετος,λίπος,FLUSH,εύπορος,πολυτελής,πλούσιος,μεταξωτή κάλτσα,πλούσιος,εύπορος

out-of-doors => _σε εξωτερικό χώρο_, out-of-door => έξω από την πόρτα, out-of-date => ξεπερασμένο, out-of-court settlement => Εξωδικαστικός συμβιβασμός, out-of-bounds => εκτός ορίων,