Greek Meaning of laid

τοποθετημένο

Other Greek words related to τοποθετημένο

Definitions and Meaning of laid in English

Wordnet

laid (s)

set down according to a plan

Webster

laid (imp. & p. p.)

of Lay.

of Lay

FAQs About the word laid

τοποθετημένο

set down according to a planof Lay., of Lay

κατατέθηκε,τοποθετημένος,τοποθετημένος,βάζω,τοποθετημένος,τοποθετημένος,καθαιρεθέν,φυτεμένος,διατεθειμένος,τοποθετημένος

μετεγκαταστάθηκε,αφαιρέθηκε,πήρε,εξόριστος,αντικατέστησε,υπερκερασμένος,μετατοπίστηκε,εκτοπισμένος,εκτοπισμένος

laicize => εκκοσμίκευση, laicise => εκκοσμίκευση, laically => κοσμικά, laicality => κοσμικότητα, laical => κοσμικός,