Greek Meaning of impressionability

Επηρεαστικότητα

Other Greek words related to Επηρεαστικότητα

Definitions and Meaning of impressionability in English

Webster

impressionability (n.)

The quality of being impressionable.

FAQs About the word impressionability

Επηρεαστικότητα

The quality of being impressionable.

απροσεξία,Αφελής,ευπιστία,Ευπιστία,ιδεαλισμός,Άγνοια,μη πρακτικότητα,λήθη,Άγνοια,αφέλεια

τέχνη,τεχνητότητα,Κυνισμός,ατιμία,Ανανδρεία,εκλέπτυνση,εγκοσμιότητα,επιτήδευση,προσοχή,προσοχή

impression => εντύπωση, impressing => εντυπωσιακός, impressible => Επηρεάσιμος, impressibility => Εντυπωσιασμός, impresses => εντυπωσιάζει,