Greek Meaning of impressiveness
εντυπωσιακότητα
Other Greek words related to εντυπωσιακότητα
Nearest Words of impressiveness
- impressively => εντυπωσιακά
- impressive aphasia => Εντυπωσιακή αφασία
- impressive => εντυπωσιακός
- impressionless => άχρωμος
- impressionistic => ιμπρεσιονιστικός
- impressionist => ιμπρεσιονιστής
- impressionism => Εντυπωσιασμός
- impressionableness => Επηρεαστικότητα
- impressionable => επηρεάσιμος, -η, -ο
- impressionability => Επηρεαστικότητα
Definitions and Meaning of impressiveness in English
impressiveness (n)
splendid or imposing in size or appearance
the quality of making a strong or vivid impression on the mind
FAQs About the word impressiveness
εντυπωσιακότητα
splendid or imposing in size or appearance, the quality of making a strong or vivid impression on the mind
αξιοπρέπεια,κομψότητα,μεγαλείο,μεγαλείο,μεγαλείο,μεγαλοπρέπεια,Μεγαλοπρέπεια,δόξα,χάρις,Αλαζονεία
No antonyms found.
impressively => εντυπωσιακά, impressive aphasia => Εντυπωσιακή αφασία, impressive => εντυπωσιακός, impressionless => άχρωμος, impressionistic => ιμπρεσιονιστικός,