Greek Meaning of grit
χαλίκι
Other Greek words related to χαλίκι
- ανδρεία
- Θάρρος
- θάρρος
- Αποφασιστικότητα
- ανδρεία
- γρανώδης
- ορμή
- αντοχή
- σπονδυλική στήλη
- σταθερότητα
- αντοχή
- ανδρεία
- ίνα
- σπλάχνα
- νεύρο
- μαδάω
- Σκοπιμότητα
- αποφασιστικότητα
- ανεκτικότητα
- Εντερική αντοχή
- τόλμη
- τόλμη
- ορείχαλκος
- Θράσος
- θράσος
- Τολμηρός
- Ανδρεία
- ανδρεία
- θράσος
- ανεκτικότητα
- χολή
- γενναιότητα
- Ανδρεία
- καρδιά
- θράσος
- Θάρρος
- Μέταλλο
- ψήφισμα
- πνεύμα
- δύναμη
- δυστυχία
- θρασύτητα
- Ανδρεία
- μεγαλοκαρδία
- ανδρεία
Nearest Words of grit
Definitions and Meaning of grit in English
grit (n)
a hard coarse-grained siliceous sandstone
fortitude and determination
grit (v)
cover with a grit
clench together
grit (n.)
Sand or gravel; rough, hard particles.
The coarse part of meal.
Grain, esp. oats or wheat, hulled and coarsely ground; in high milling, fragments of cracked wheat smaller than groats.
A hard, coarse-grained siliceous sandstone; as, millstone grit; -- called also gritrock and gritstone. The name is also applied to a finer sharp-grained sandstone; as, grindstone grit.
Structure, as adapted to grind or sharpen; as, a hone of good grit.
Firmness of mind; invincible spirit; unyielding courage; fortitude.
grit (v. i.)
To give forth a grating sound, as sand under the feet; to grate; to grind.
grit (v. t.)
To grind; to rub harshly together; to grate; as, to grit the teeth.
FAQs About the word grit
χαλίκι
a hard coarse-grained siliceous sandstone, fortitude and determination, cover with a grit, clench togetherSand or gravel; rough, hard particles., The coarse par
ανδρεία,Θάρρος,θάρρος,Αποφασιστικότητα,ανδρεία ,γρανώδης,ορμή,αντοχή,σπονδυλική στήλη,σταθερότητα
δειλία,αναποφασιστικότητα,αναποφασιστικότητα,Δειλ�α,Δειλία,δισταγμός,Δειλία,δειλία,αναποφασιστικότητα,Ολιγοψυχία
gristmill => μύλος, gristly => χόνδρινος, gristle => Χόνδρος, grist => Σιτάρι, grissino => Γκρισίνι,