Greek Meaning of solo
σόλο
Other Greek words related to σόλο
- μόνος
- μόνος
- μοναχικός
- ανύπαντρος
- μοναχικός
- ασυνόδευτος
- μοναχικός
- εγκαταλελειμμένος
- μοναστικός
- έρημος
- αποσπασμένος
- αποσυνδεδεμένος
- αποσπασματικός
- αποσυνδεδεμένος
- διαιρεμένος
- εγκαταλελειμμένος
- άφιλός
- ερμητικός
- ερμητικός
- μονωμένος
- απομονώνω
- απομονωμένος
- θλιμμένος, συντετριμμένος
- παραμελημένος
- σε καραντίνα
- απομακρυσμένος
- συνταξιούχος
- απομονωμένος
- διαχωρισμένος
- ξεχωριστό
- διαχωρισμένος
- απομονωμένος
- ανεξάρτητος
- δίχως επίβλεψη
- μη συνδεδεμένος
- αποσυρμένος
- μόνος του
- ασυνόδευτος
- Άσχετος
Nearest Words of solo
Definitions and Meaning of solo in English
solo (n)
any activity that is performed alone without assistance
a musical composition for one voice or instrument (with or without accompaniment)
a flight in which the aircraft pilot is unaccompanied
solo (v)
fly alone, without a co-pilot or passengers
perform a piece written for a single instrument
solo (s)
composed or performed by a single voice or instrument
solo (r)
without anybody else or anything else
solo (a.)
Performing, or performed, alone; uncombined, except with subordinate parts, voices, or instruments; not concerted.
FAQs About the word solo
σόλο
any activity that is performed alone without assistance, a musical composition for one voice or instrument (with or without accompaniment), a flight in which th
μόνος,μόνος,μοναχικός,ανύπαντρος,μοναχικός,ασυνόδευτος,μοναχικός,εγκαταλελειμμένος,μοναστικός,έρημος
συνοδεύεται,παρακολούθησε,παρακείμενος,γειτονικός,Συνεχής,συζευγμένο,δίπλα,Επισυναπτόμενος,συνοδευόμενος,επικοινωνία
solmization => σολφίζ, solmizate => Σολφέζ, solmisation => σολμίζον, solleret => Σόλι, solitudinarian => ερημίτης,