Greek Meaning of icky

αηδιαστικός

Other Greek words related to αηδιαστικός

Definitions and Meaning of icky in English

Wordnet

icky (s)

very bad

soft and sticky

FAQs About the word icky

αηδιαστικός

very bad, soft and sticky

κακός,σκληρός,φρικτός,βρώμικο,ξινός,δυσάρεστος,Δυσάρεστος,ενοχλητικό,φρικτός,πικρός

ευχάριστος,φιλικός,νόστιμος,απολαυστικό,καλός,ευγνώμων,ικανοποιητικός,ωραίο,νόστιμος,ευχάριστος

ickle => μικρός, icing the puck => Παγοποίηση του δίσκου, icing sugar => ζάχαρη άχνη, icing => γλάσο, iciness => Παγωμάρα,