Greek Meaning of handed

παραδομένο

Other Greek words related to παραδομένο

Definitions and Meaning of handed in English

Wordnet

handed (a)

having or involving the use of hands

Webster

handed (imp. & p. p.)

of Hand

Webster

handed (a.)

With hands joined; hand in hand.

Having a peculiar or characteristic hand.

FAQs About the word handed

παραδομένο

having or involving the use of handsof Hand, With hands joined; hand in hand., Having a peculiar or characteristic hand.

έδωσε,προσφέρονται,δοθείς,παραδόθηκε,διανεμημένος,εκμεταλλευμένος,επιπλωμένος,παραδίδονται,διοικείται,εκχωρημένος

κράτησε (πίσω),διατηρημένος (πίσω),κρατημένος,Διατηρημένα,κατεχόμενος,συντηρημένο,συντηρημένο,αποθηκευμένο,συντηρημένο,διατηρήθηκε

hand-dye => Χειροποίητη βαφή, hand-down => από στόμα σε στόμα, handcuffing => χειροπέδες, handcuffed => χειροπέδες, handcuff => χειροπέδες,