Greek Meaning of grubbed (about)

λασπωμένος

Other Greek words related to λασπωμένος

Definitions and Meaning of grubbed (about) in English

grubbed (about)

No definition found for this word.

FAQs About the word grubbed (about)

λασπωμένος

διαπιστώθηκε,ανιχνευμένο,αποφασισμένος,Ανακαλύφθηκε,βρέθηκε,μαθημένος,τοποθετημένος,ελέγχθηκε (έξω),ανακάλυψε,έκοψε (γύρω)

εγκαταλελειμμένος,χαμένος,Κρυμμένος,παραμελημένος

grub (about) => προνύμφες (περίπου), growths => αναπτύξεις, grows => αυξάνεται, grown-ups => ενήλικες, grown-up => ενήλικας,