Greek Meaning of drove (away or off)

οδήγησε (μακριά ή έφυγε)

Other Greek words related to οδήγησε (μακριά ή έφυγε)

Definitions and Meaning of drove (away or off) in English

drove (away or off)

No definition found for this word.

FAQs About the word drove (away or off)

οδήγησε (μακριά ή έφυγε)

απορρίφθηκε,ειδοποιημένος,προειδοποίησε,απωθημένος,αποφεύχθηκε (από),προειδοποίησε

δόλωμα,Γοητευμένος,προδομένος/η,παραπλανημένος,σκίτσαρε,δελεαστικός,οδήγησε,δέλεασε,πεπεισμένος,ζητούμενος

drouths => ξηρασία, droughts => ξηρασίες, droshkies => άμαξες, drops out (of) => εγκαταλείπει (κάτι), drops in the bucket => σταγόνα στον ωκεανό,