Greek Meaning of a bit

λίγο

Other Greek words related to λίγο

Definitions and Meaning of a bit in English

Wordnet

a bit (r)

to a small degree; somewhat

FAQs About the word a bit

λίγο

to a small degree; somewhat

αρκετά,Αρκετά,είδους,περισσότερο ή λιγότερο,όμορφος,αρκετά,μάλλον,σχετικά,Λίγο πολύ,κάτι

Ειδικά,υπερβαίνων,υπερβολικά,εξαιρετικά,πολύ,πολύ,πολύ,πολύ,ιδιαίτερα,τρομερά

a battery => μπαταρία, a b c => /α βε δε/, a 1 => ένα, a- => a-, a => ένα,