Greek Meaning of undid

ανέτρεψε

Other Greek words related to ανέτρεψε

Definitions and Meaning of undid in English

Webster

undid ()

imp. of Undo.

FAQs About the word undid

ανέτρεψε

imp. of Undo.

φοβισμένος,εκφοβισμένος,Παράλυτος,φοβισμένος,τρομοκρατημένος,Αποθαρρυμένος,ευνουχισμένος,αποκαμωμένος,μαλακωμένο,ανήσυχος

οχυρωμένος,Ενισχυμένο,ενθάρρυνε,νευρικός,ενθαρρυμένος,ενθαρρυμένος

undiagnosed => μη διαγνωσμένος, undiagnosable => αδιάγνωστος, undevotion => έλλειψη αφοσίωσης, undevil => μη διαβολικό, undeviating => ακλόνητος,