Greek Meaning of stoke

αναζωπυρώ

Other Greek words related to αναζωπυρώ

Definitions and Meaning of stoke in English

Wordnet

stoke (v)

stir up or tend; of a fire

FAQs About the word stoke

αναζωπυρώ

stir up or tend; of a fire

επιταχύνω,αυξάνω,ενισχύω,επεκτείνω,αύξηση,ανυψώνω,μεγαλοποιώ,ενισχύω,χτίζω,σύνθετο

μειώνω,Μείωση,μειώνω,μειώνω,λιγώτερο,Χαμηλότερος,μειώνω,συντομογραφία,Συντομεύω,συμπιέζω

stoicism => στωικισμός, stoichiometry => Στοιχειομετρία, stoichiometric => στοιχειομετρικός, stoically => στοϊκά, stoical => στωικός,