Greek Meaning of resorting (to)
καταφεύγειν σε
Other Greek words related to καταφεύγειν σε
Nearest Words of resorting (to)
Definitions and Meaning of resorting (to) in English
resorting (to)
to do or use (something) especially because no other choices are possible
FAQs About the word resorting (to)
καταφεύγειν σε
to do or use (something) especially because no other choices are possible
διαβούλευση,Πηγαίνει (σε),αναφερόμενος στο,μετατροπή σε,χρησιμοποιώντας,απασχολούν,εξαρτημένοι (από),χρησιμοποιώντας
αποφυγή,Αποφυγή,εύπλαστος,αποδραπέτητος,αποφευκτικός,Τρέμουλο,αποφυγή,Κάμπτω,αποφεύγοντας
resorted (to) => Κατέφευγε σε, resort (to) => καταφεύγω σε, resonates => Αντηχεί, resonated => αντήχησε, resolutions => ψηφίσματα,