Greek Meaning of quintessential

ουσιώδης

Other Greek words related to ουσιώδης

Definitions and Meaning of quintessential in English

Wordnet

quintessential (a)

representing the perfect example of a class or quality

Webster

quintessential (a.)

Of the nature of a quintessence; purest.

FAQs About the word quintessential

ουσιώδης

representing the perfect example of a class or qualityOf the nature of a quintessence; purest.

αρχετυπικός,αρχετυπικός,κλασικός,ενδεικτικό,τέλειο,οριστικός,άριστος,Εξαιρετικός.,φανταστικός,καλό

κακός,φτωχός,Κατώτερος του επιπέδου,τυπικός,ανικανοποίητος,Φρικτός,μέσος,ανεπαρκής,απογοητευτικός,αποτρόπαιος

quintessence => πεμπτουσία, quintel => κυντάλι, quintana roo => Κιντάνα Ρόο, quintan => Κουιντάν, quintal => κεντηνάρι,