Greek Meaning of personableness
προσωπικότητα
Other Greek words related to προσωπικότητα
- γλυκάδα
- φιλικότητα
- ευγένεια
- ευγένεια
- φιλικότητα
- φιλικότητα
- Απόλαυση
- ιδιοφυΐα
- Καλοκαρδία
- χάρη
- καλοσύνη
- ευγένεια
- Απόλαυση (apólafsi)
- ευκολία
- Ανέσεις
- φιλικότητα
- φιλικότητα
- φιλία
- ελκυστικότητα
- Καλοσύνη
- ευθυμία
- χαρά
- ευγένεια
- εφησυχασμός
- προσοχή
- εξέταση
- εγκάρδιος
- ευγένεια
- Ενθουσιασμός
- φιλικότητα
- ευγένεια
- Καλοσύνη
- Ξενοιασιά
- ευχαρίστηση
- ευγένεια
- ηλιοφάνεια
- Γλύκα και φως
- στοχαστικότητα
- απόλαυση
- ηρεμία
- συμπάθεια
- Αγροτικότητα
- δυσάρεστος
- Αγενεια
- Αγενεια
- αγένεια
- ευερεθιστότητα
- αγένεια
- δυσάρεστο
- χοληδόχος
- Αγροτικότητα
- πολεμικότητα
- αντίθεση
- ευερεθιστότητα
- φασαρία
- γκρίνια
- Εχθρότητα
- ευερεθιστότητα
- γκρίνια
- ευερεθιστότητα
- γκρίνια
- φιλονικία
- ευερεθιστότητα
- Εχθρότητα
- αγνωμοσύνη
- ξίδι
- κακομοιριά
- Κακοχυμία
- οξύτητα
- γκρίνια
- οξύτητα
Nearest Words of personableness
- personae => πρόσωπα
- personage => Πρόσωπο
- personal => προσωπικός
- personal appeal => Προσωπική γοητεία
- personal business => προσωπικές υποθέσεις
- personal care => προσωπική φροντίδα
- personal chattel => Προσωπικά είδη
- personal check => προσωπική επιταγή
- personal cheque => Προσωπική επιταγή
- personal computer => Προσωπικός υπολογιστής
Definitions and Meaning of personableness in English
personableness (n)
the complex of attributes that make a person socially attractive
FAQs About the word personableness
προσωπικότητα
the complex of attributes that make a person socially attractive
γλυκάδα,φιλικότητα,ευγένεια,ευγένεια,φιλικότητα,φιλικότητα,Απόλαυση,ιδιοφυΐα,Καλοκαρδία,χάρη
Αγροτικότητα,δυσάρεστος,Αγενεια,Αγενεια,αγένεια,ευερεθιστότητα,αγένεια,δυσάρεστο,χοληδόχος,Αγροτικότητα
personable => φιλικός, persona non grata => Persona non grata, persona grata => Persona non grata, persona => πρόσωπο, person of colour => ΑμεΑ,