Greek Meaning of thoughtfulness
στοχαστικότητα
Other Greek words related to στοχαστικότητα
Nearest Words of thoughtfulness
- thought-image => νοητική εικόνα
- thoughtless => απρόσεκτος
- thoughtlessly => απερίσκεπτα
- thoughtlessness => απερισκεψία
- thought-provoking => υποβλητικός
- thought-reader => Αναγνώστης σκέψεων
- thousand => Χίλιοι
- thousand and one nights => Χίλιες και μία νύχτες
- thousand island dressing => Σως Χίλιων Νήσων
- thousand legs => Χιλιόποδα
Definitions and Meaning of thoughtfulness in English
thoughtfulness (n)
a calm, lengthy, intent consideration
kind and considerate regard for others
the trait of thinking carefully before acting
a considerate and thoughtful act
FAQs About the word thoughtfulness
στοχαστικότητα
a calm, lengthy, intent consideration, kind and considerate regard for others, the trait of thinking carefully before acting, a considerate and thoughtful act
ανησυχία,προσοχή,εξέταση,καλοσύνη,φροντίδα,προσοχή,αγάπη,φροντίδα,φροντίδα,Κακομαθαίνω
απροσεξία,απερισκεψία,αδιαφορία,απρεπεια,απροσεξία,απρονοησία
thoughtfully => Προσεκτικά, thoughtful => στοχαστικός, thought transference => Τηλεπάθεια, thought process => διαδικασία σκέψης, thought => σκέψη,