Greek Meaning of participating

συμμετέχων

Other Greek words related to συμμετέχων

Definitions and Meaning of participating in English

Wordnet

participating (s)

taking part in an activity

Webster

participating (p. pr. & vb. n.)

of Participate

FAQs About the word participating

συμμετέχων

taking part in an activityof Participate

συνοδευτικός,παρών,Διαθέσιμο,παρατηρώντας,παρόν,σε,άφθονος,αναπνοή,υπάρχον,υπαρκτό

απών,μακριά,αποθανών,πήγε,χαμένος,έξω,συνταξιούχος,νεκρός,αποθανών,καταργημένος

participated => συμμετείχε, participate => συμμετέχει, participantly => συμμετοχικά, participant role => ρόλος συμμετέχοντα, participant => συμμετέχοντας,