FAQs About the word participialize

παρέχω μετοχή

To form into, or put in the form of, a participle.

No synonyms found.

No antonyms found.

participial => μετοχικός, participatory => συμμετοχικός, participator => Συμμετέχων, participative => συλλογικός, participation loan => δάνειο συμμετοχής,