Greek Meaning of holey

τρύπιος

Other Greek words related to τρύπιος

Definitions and Meaning of holey in English

Wordnet

holey (s)

allowing passage in and out

FAQs About the word holey

τρύπιος

allowing passage in and out

ετοιμόρροπος,ερειπωμένος,μουντός,σχισμένος,ψωραλέος,μπαλώματα,τριμμένο,σπασμένος,γαϊδουρόαυτη,παλιομοδίτικος

ολοκαίνουργιο,νέος,αχρησιμοποίητος,Λάμψη,Αστραφτερός.

holethnic => εξωγήινος, hole-in-the-wall => τρύπα στον τοίχο, hole-in-corner => μυστικός, hole-and-corner => κρυφό και μυστικό, hole up => τρύπα,