Greek Meaning of hawed

διστακτικός

Other Greek words related to διστακτικός

Definitions and Meaning of hawed in English

Webster

hawed (imp. & p. p.)

of Haw

FAQs About the word hawed

διστακτικός

of Haw

θορυβώδης,περικυκλωμένος,δίσταζε,σε παύση,δίστασε,ταλαντεύτηκε,περίμενε,ισορροπημένος,καθυστερείν,αργοπορώ

αποφάσισε,βυθισμένος (σε),συνέχεια,βούτηξε,περιστέρι (μέσα σε),αναδευμένος,προηγμένος,Κουνήθηκε

hawebake => Hawebake, hawala => Χαβάλα, hawaiian islands => Νησιά της Χαβάης, hawaiian honeycreeper => Νεκταροφάγοι της Χαβάης, hawaiian guitar => χαβανέζικη κιθάρα,